ἀραγμός

ἀράγδην, ἄραγμα, ἀραγμός
See also: ἀράσσω
Page in Frisk: 1,128

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αραγμός — ἀραγμός, ο (Α) [αράσσω] 1. χτύπος από σύγκρουση, κρότος, πάταγος 2. τριγμός, τράνταγμα …   Dictionary of Greek

  • ἀραγμός — clashing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀραγμοῖς — ἀραγμός clashing masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀραγμοῦ — ἀραγμός clashing masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀραγμούς — ἀραγμός clashing masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀραγμῶν — ἀραγμός clashing masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀραγμόν — ἀραγμός clashing masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.